0

Τη στιγμή που άνθρωποι και πολιτιστικά μνημεία γίνονται στόχος αφανισμού από ανελέητα τρομοκρατικά χτυπήματα, η UNESCO ανοίγει συνεχώς την αγκαλιά της σε κινητά και ακίνητα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού.
Στην τεκμηριωμένη κληρονομιά της ανθρωπότητας ανήκει πλέον και ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης-κόσμημα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
Η πρόσφατη ένταξή του στον Διεθνή Κατάλογο της UNESCO «Μνήμη του Κόσμου», ανάμεσα στα 348 σημαντικότερα κινητά μνημεία του κόσμου, καθιστά το σπουδαίο ελληνικό κείμενο της αρχαιότητας κτήμα της Οικουμένης. Τοποθετεί υπό τη σκέπη του διεθνούς οργανισμού ένα ακόμη μνημείο –το 16ο μαζί με τα πρωτοχριστιανικά και βυζαντινά της αριστουργήματα– της Θεσσαλονίκης.
Η επιτροπή αναγνώρισε την παγκόσμια αξία του μοναδικού ευρήματος που έφερε τυχαία στο φως το 1962 ασύλητος τάφος στο Δερβένι. Χρονολογημένος μεταξύ 340 και 320 π.Χ., με περιεχόμενο που φέρεται να αναπαράγει προγενέστερο κείμενο (ανάγεται μεταξύ 420 και 410 π.Χ.), ο πάπυρος διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, όχι μόνο αποσπάσματα του Ιερού Λόγου από τον γνωστό ύμνο του Ορφέα, με περιεχόμενο καθαρά θεογονικό, αλλά και την κοσμογονική θεωρία των φυσικών φιλοσόφων.
Είναι το πρώτο ελληνικό κινητό μνημείο που εγγράφεται στον κατάλογο «Μνήμη του Κόσμου» – μία από τις τρεις κατηγορίες της UNESCO με τις οποίες διαφυλάσσει, προστατεύει και αναδεικνύει την ακίνητη (αρχιτεκτονικά μνημεία), την κινητή (χειρόγραφα, εικονογραφήσεις, αρχεία, ντοκουμέντα) και την άυλη πολιτιστική κληρονομιά.
Μολονότι υποψήφιο στην κατηγορία αυτή ήταν ο «Ολυμπιακός Υμνος», η Εθνική Επιτροπή για την UNESCO, εξήγησε στην «Κ» η πρόεδρός της Καίτη Τζιτζικώστα, πέτυχε την παγκόσμια διάκριση του παπύρου, βασισμένη στις διαχρονικές αξίες του αρχαίου κειμένου που επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε πανανθρώπινα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κόσμου και τη μεταθανάτια ζωή.
Εγκόλπιο μύστη
«Ο πάπυρος δεν είναι μόνον ο παλαιότερος σωζόμενος της Ευρώπης, αλλά και ο μοναδικός που συνδυάζει με αυτόν τον τρόπο φιλοσοφική και θρησκευτική προσέγγιση, από τον οποίο δεν έχουμε μαρτυρίες, πάρα μονάχα έμμεσες ή κατά πολύ μεταγενέστερες», αναφέρει στην «Κ» ο ομότιμος καθηγητής Φιλολογίας Κυριάκος Τσαντσάνογλου, ένας από τους επιστήμονες που ασχολήθηκε με την έρευνα του κειμένου. «Φωτίζει μια πτυχή της μυστηριακής θρησκείας στην κλασική εποχή και ταυτόχρονα τη φιλοσοφική σκέψη της ίδιας εποχής. Σηματοδοτεί το πέρασμα στην πλατωνική προσέγγιση και αργότερα στην αριστοτελική σκέψη.
Ως έργο κομβικής σημασίας για τη μελέτη της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας, αποδεικνύει την πρώιμη χρονολόγηση των ορφικών ποιημάτων και προσφέρει μιαν ιδιαίτερη εκδοχή της προσωκρατικής φυσικής.
Αλληγορεί τα ονόματα της θεϊκής γενεαλογίας με μια τελείως αυθαίρετη χρήση της ετυμολογίας και με γλωσσική ερμηνεία καταλήγει για να διαφωτίσει τη διαδικασία της κοσμογονίας – θέμα μελέτης αγαπητό των Ιώνων φυσικών φιλοσόφων». Ο άγνωστος συγγραφέας (πιθανολογείται ότι ήταν o Ευθύφρων από τα Πρόσπαλτα –κοντά στα σημερινά Καλύβια– της Αττικής) ανακατασκευάζει τις φάσεις της δημιουργίας του κόσμου, εξηγεί ο κ. Τσαντσάνογλου.
«Το φυσικό σύστημα που διδάσκει (με ομοιότητες του Αναξαγόρα) ανήκει στον τρόπο σκέψης των ύστατων φυσικών φιλοσόφων. Δεν υπάρχει δημιουργία εκ του μηδενός, υποστηρίζει. Ο σημερινός αισθητός κόσμος υπήρχε ανέκαθεν αλλά σε διαφορετική μορφή. Τα στοιχεία, όντα ή εόντα, που τον συγκροτούν “υπήρχεν αεί”, ανάκατα σ’ ένα απροσδιόριστο περιβάλλον.
Από τη σύγκρουσή τους, όταν παρεμβαίνει μια άλλη αρχή, ο “Νους”, σχηματίστηκαν τα νυν εόντα, δηλαδή ο σημερινός αισθητός κόσμος. Οι αναφορές του σε μυστήρια, η λατρεία των ψυχών, η περιγραφή της τύχης τους στον Αδη, η καύση του μαζί με τον νεκρό μάς επιτρέπουν να χαρακτηρίσουμε το βιβλίο ως εγκόλπιο ενός μύστη, προφανώς οπαδού του Ορφισμού».
Το εύρημα που σώθηκε από θαύμα δεν είναι «ένα νεκρό έργο της αρχαιότητας αλλά ζώσα μνήμη, και η διεθνής διάκριση βάζει στον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης», αναφέρει η διευθύντριά του Τζένη Αδάμ Βελένη. Το κείμενό του, «ένα συνεχές πεδίο ανάγνωσης, τροφοδοτεί την έρευνα, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθεί να συγκινεί και να εμπνέει τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία».
Καθοριστικής σημασίας για την αναγνώριση της διαχρονικής του αξίας ήταν η έκθεση του Δημήτρη Ξόνογλου το 2013. Εμπνευσμένη από τον Πάπυρο του Δερβενίου, αποτέλεσε την αφορμή να ξαναέρθουν στην επιφάνεια και να εκτεθούν μόνιμα στο σύνολό τους τα ημιαπανθρακωμένα κομμάτια σε 16 γυάλινους πίνακες.
Εξαιρετικά εύθρυπτος
Η μελέτη του από την ανακάλυψή του στον ασύλητο τάφο του Δερβενίου, όπου διατηρήθηκε παρά το υγρό έδαφος της Ελλάδος, έχει μακρά ιστορία. Ο πάπυρος σώθηκε επειδή απανθρακώθηκε. Το εξαιρετικά εύθρυπτο εύρημα, τυλιγμένο σ’ έναν μικροσκοπικό σωλήνα 9,4 εκατ., κατάφερε να ξεδιπλώσει και να αποκολλήσει τα επάλληλα τρήματά του ο Αντον Φάκελμαν, συντηρητής της παπυρικής συλλογής της Βιέννης.
«Από τα 266 διασωθέντα σε διάφορα μεγέθη κομμάτια, τα 210 είναι ευανάγνωστα, τα υπόλοιπα είναι τόσο μικροσκοπικά που δεν μπορούμε να τα εντάξουμε πουθενά. Δυστυχώς ο Φάκελμαν κράτησε μόνο μία σειρά ως προς το σχήμα του παπύρου», περιγράφει ο κ. Τσαντσάνογλου.
Τα κομμάτια στις γυάλινες πλάκες ανάκατα δημιουργούσαν ένα από τα πιο δύσκολα παζλ. «Αρχικά προσπαθήσαμε να διαβάσουμε το κείμενο από τον ίδιο τον πάπυρο. Ηταν αδύνατον. Είχαμε μαύρο πάνω σε μαύρο φόντο. Η λύση βρέθηκε με τη φωτογράφηση. Κόβαμε φωτογραφίες και συναρμολογούσαμε. Ετσι συγκροτήθηκαν 26 στήλες. Καμία στήλη δεν σώζεται ολόκληρη, ούτε το κάτω μέρος του παπύρου. Είχε καταστραφεί από την καύση του νεκρού στην αρχαία εποχή».
Κατά τη διάρκεια του μισού και πλέον αιώνα, εκτός από τις κλεψίτυπες δημοσιεύσεις, ο πάπυρος άνοιξε και ανοίγει διαρκώς κύκλους ερευνών σε πολλά επιστημονικά πεδία (αρχαιολογικό, φιλοσοφικό, θεολογικό).
Ωστόσο, εκτός από την αγγλική έκδοση των Θ. Κουρεμένου, Γ. Μ. Παράσογλου, Κ. Τσαντσάνογλου (2006), η μελέτη του δεν έχει δημοσιευθεί ποτέ ολοκληρωμένη στα ελληνικά.
Μόνον είκοσι ελληνικά μνημεία
«Η Ελλάδα, η οποία πρόσφατα εξελέγη στο Εκτελεστικό Συμβούλιο της UNESCO, πρέπει να σπεύσει. Διαθέτει έναν αμύθητο μνημειακό πλούτο, ωστόσο μόνο είκοσι μνημεία της βρίσκονται στους τρεις διεθνείς καταλόγους της UNESCO, τη στιγμή που η Ιταλία έχει εντάξει περισσότερα από πενήντα», επισημαίνει η πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Καίτη Τζιτζικώστα.
Στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από το 1986 έως σήμερα έχουν ενταχθεί δεκαεπτά ελληνικά μνημεία (μεμονωμένα ή αρχιτεκτονικά σύνολα), ενώ σε διαδικασία αξιολόγησης βρίσκεται και ο αρχαιολογικός χώρος των Φιλίππων. Στην «Αυλη Πολιτιστική Κληρονομιά» από τη χώρα μας έχουν εγγραφεί η «Μεσογειακή Δίαιτα», η «Καλλιέργεια της μαστίχας της Χίου», ενώ εντός του μήνα αναμένεται να εξεταστεί πρόταση για τη «Μαρμαροτεχνία της Τήνου». Ο «Πάπυρος του Δερβενίου» είναι το πρώτο ελληνικό στις «Μνήμες του Κόσμου».

Δημοσίευση σχολίου Blogger

 
Top